ΕΝΑ ΤΡΕΛΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΠΑΣΧΑ


    Κάποια χρονιά και ενώ πλησίαζε το Πάσχα και όλες οι μαμά-δες είχαν αρχίσει να βάφουν τα αβγά και όλου του κόσμου τα παιδιά είχαν αρχίσει να ονειρεύονται τα δώρα που θα τους έφερναν οι νονοί και οι νονές τους, κάτι εντελώς αναπάντεχο φάνηκε στον καταγάλανο ουρανό.
    Παιδιά ακούγεται απίστευτο, αλλά είχε έρθει ο άγιος Βασίλης με το έλκηθρο του, γεμάτο με δώρα για όλου του κόσμου τα παιδιά, σαν εσάς, για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια χρονιά.
    Ήταν κάτι που δεν είχε ξανά συμβεί ποτέ.
   -Ο άγιος Βασίλης το Πάσχα; Αναρωτιόντουσαν οι μαμάδες, οι μπαμπάδες, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι νονές και οι νονοί         
    -Καλά!!! Πως είναι δυνατόν; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Κά-ποιο λάθος θα έγινε. Μήπως εμείς έχουμε μπερδέψει τα ημερολόγια μας; Ρωτούσε ο ένας τον άλλο γείτονα σε όλες τις γειτονιές.
    Ο άγιος Βασίλης φυσικά, βλέποντας τόσο κόσμο που είχε μαζευτεί στους δρόμους και στις πλατείες και τον κοιτούσε που πετούσε στον ουρανό, δεν τολμούσε ούτε το σκεφτεί να κατέβει, για να μοιράσει τα δώρα των παιδιών. Και νομίζω πως καταλαβαίνεται γιατί. Μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια, που έ-κανε αυτή τη δουλειά, είναι φυσικό να είχε γεράσει. Και δεν θέλει να τον δουν τα παιδιά γερασμένο και να νομίζουν πως κάποια στιγμή μπορεί να σταματήσει να τους φέρνει τα δώρα τους.
    Ας δούμε όμως από την αρχή την παράξενη τούτη ιστορία για να καταλάβουμε πως και γιατί είχε γίνει τούτο το μπέρδεμα.
    Στη Λαπωνία που λέτε παιδιά, στην κεντρική πλατεία που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το εργαστήρι το αη Βασίλη, πάνω σε ένα πολύ ψηλό κτήριο, στο δημαρχείο δηλαδή, βρίσκεται ένα πολύ, πολύ μεγάλο ρολόι. Αυτό το ρολόι μετράει το χρόνο και ειδοποιεί όλους τους Λαπωνίτες και τον αη Βασίλη πότε πρέπει να αρχίσουν να φτιάχνουν τα δώρα των παιδιών.
    Ένα βράδυ λοιπόν και ενώ όλοι είχαν ξαπλώσει για να κοιμηθούν, ένα πολύ σκανδαλιάρικο ξωτικό ο Χαν, είχε αϋπνίες και στριφογύριζε στο κρεβάτι του. Η αλήθεια είναι πως οι αϋπνίες είχαν έρθει, γιατί το μεσημέρι που ο αη Βασίλης έκανε το τραπέζι σε όλα τα ξωτικά, ο Χαν έφαγε πάρα πολλά κομμάτια από την πουτίγκα, το γλυκό δηλαδή που είχε φτιάξει η γυναίκα το αη Βασίλη. Και όπως ήταν φυσικό, μετά από τόσα κομμάτια γλυκό, είχε πονέσει η κοιλιά του και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
   -Μα τι να κάνω για να περάσει η ώρα μου και να ξεχάσω τον κοιλόπονο; Τι να κάνω; Τι να κάνω; Μονολογούσε συνέχεια ώσπου κάποια στιγμή, τινάχτηκε από το κρεβάτι.
   -Το βρήκα!!! Το βρήκα!!! Φώναξε δυνατά και άρχισε να βάζει πολύ βιαστικά τα ρούχα του.
    Αφού ετοιμάστηκε, έφυγε από το σπίτι του και τρέχοντας πήγε στο δημαρχείο της Λαπωνίας. Μόλις έφτασε εκεί, μπήκε μέσα από μια μικρή πορτούλα, που υπήρχε στο πλάι του δημαρχείου και έμενε πάντα ξεκλείδωτη. Αφού ανέβηκε αρκετά σκαλιά, έφτασε πάνω, πάνω στην κορφή του κτηρίου, εκεί που βρισκόταν το ρολόι. Και χωρίς να το πολυσκεφτεί γύρισε το ρολόι οχτώ μήνες μπροστά. Και έτσι τώρα πια το ρολόι δεν έδειχνε το μήνα Απρίλιο, αλλά το μήνα Δεκέμβριο.
    Την άλλη μέρα, πολύ νωρίς το πρωί, χτύπησε ο χριστουγεννιάτικος συναγερμός. Αυτό ήταν μια ειδική ρύθμιση που υπήρχε στο ρολόι και το έκανε λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα να χτυπά πολύ δυνατά ένα ξυπνητήρι για να θυμίζει σε όλους ότι πρέπει να αρχίσουν να δουλεύουν.
    Ο Χαν, το σκανδαλοξωτικό μας, μόλις άκουσε, το χριστουγεννιάτικο συναγερμό, ξέχασε και τον πονόκοιλο και τη νύστα του και σηκώθηκε γεμάτος όρεξη και χαρά, γιατί ήταν σίγουρος ότι θα έσπαγε μεγάλη πλάκα. Αφού ετοιμάστηκε έφυγε με πολύ γρήγορο βήμα για το εργαστήρι του άη Βασίλη.
   Όταν έφτασε εκεί, είδε σχεδόν όλα τα ξωτικά, που είχαν μαζευτεί και συζητούσαν  ότι αυτή η χρονιά είχε περάσει πολύ γρήγορα.
    Μετά από λίγη ώρα βγήκε από το σπίτι του και ο αη Βασίλης και όταν εφτασε στο εργαστήρι καλώς όρισε όλα τα ξωτικά του.
   -Καλημέρα σας παιδιά. Τους είπε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φάνηκε πολύ μικρός ο χρόνος που πέρασε. Ούτε που το κατάλαβα πότε ξανά ήρθε ο Δεκέμβρης. Σα χτες μου φαίνεται πως είχε αρχίσει η άνοιξη, αλλά τώρα πρέπει όλοι μαζί να αρχίσετε με όρεξη να δουλεύετε για να προλάβετε να φτιάξετε τα δώρα για όλα τα παιδιά.
    Τα ξωτικά συμφώνησαν και όλα μαζί, μπήκαν μέσα στο εργαστήρι. Μετά από λίγη ώρα, διάφοροι θόρυβοι ακούγονταν να βγαίνουν από το εργαστήρι, αφού όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά.
    Κι όταν μετά από λίγες ημέρες χτύπησε ο χριστουγεννιάτικος συναγερμός για δεύτερη φορά, όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εκείνη τη χρονιά, τα ξωτικά άρχισαν να φορτώνουν το έλκηθρο. Και όταν πια φόρτωσαν με τη σειρά όλα τα δώρα, ο αη Βασίλης, ανέβηκε στο έλκηθρο και πέταξε στον ουρανό.
    Εκείνη τη στιγμή ήταν που ο Χαν ένιωσε τύψεις για τη σκανδαλιά που είχε κάνει και είπε στα άλλα ξωτικά το μυστικό του. Και τα άλλα ξωτικά άρχισαν να φωνάζουν στον αη Βασίλη να γυρίσει πίσω. Αλλά εκείνος που είχε φτάσει πολύ ψηλά, δεν άκουσε τίποτα κι έτσι συνέχισε κανονικά το ταξίδι του.
    Όταν όμως έφτασε να πετά πάνω από την όμορφη Ελλάδα μας, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αφού ο ζεστός ήλιος τον ζέσταινε πάρα πολύ. Είχε ιδρώσει πάρα πολύ και είχε αρχίσει να βγάζει ένα, ένα τα χοντρά πανωφόρια του, μέχρι που έμεινε με ένα κοντομάνικο.
    Τότε πια σιγουρεύτηκε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος, αλλά δεν ήθελε να πάρει πίσω τα δώρα που είχε φέρει για όλου του κόσμου τα παιδιά. Και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Άρχισε να κατεβαίνει χαμηλά και όταν πια έφτασε στη γη, άρχισε να μοιράζει τα δώρα του. Ήταν η πρώτη και μάλλον και η τελευταία φορά που θα έβλεπαν οι άνθρωποι την πραγματική μορφή το αη Βασίλη.
    Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα μπορούσαν οι άνθρωποι να ζωγραφίσουν τη μορφή του αη Βασίλη αφού είχαν δει το πραγματικό πρόσωπο του.
    Όπως καταλαβαίνετε παιδιά, εκείνο ήταν το πιο τρελό ΧριστουγεννοΠάσχα που πέρασε ποτέ. Αλλά ούτε ο αη Βασίλης ούτε τα παιδιά όλου του κόσμου, το μετάνιωσαν ποτέ αφού όλοι πέρασαν πανέμορφα εκείνη τη χρονιά κι εμείς όμως περάσαμε καταπληκτικά.

  ΧΑΡΗΜΑ
06/04/2015      
0