ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΗ


Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή Λαπωνία, μέσα στο εργαστήρι του Άγιου Βασίλη, επικρατούσε πανικός. Τα ξωτικά είχαν ξεχάσει να γυρνούν καθημερινά το ημερολόγιο κι έτσι είχαν χάσει αρκετές ημέρες και η δουλειά τους είχε μείνει πολύ πίσω.
Ευτυχώς το κατάλαβαν και άρχισαν να δουλεύουν νύχτα και μέρα χω-ρίς να σταματούν καθόλου, προκειμένου να προφτάσουν να κατάσκευ-άσουν τα δώρα για όλου του κόσμου τα παιδιά.
Ο Άγιος Βασίλης είχε πάρει τα γράμματα όλων των παιδιών και ένα έ-να που άνοιγε, έδινε παραγγελία στα ξωτικά:
Ο Βασιλάκης από την Ελλάδα, έχει ζητήσει ένα αυτοκινητάκι.

Ο Τζον από την Αμερική, έχει ζητήσει ένα ποδήλατο.
Η Αϊσέ από την Ινδία, έχει ζητήσει μία μεγάλη κούκλα.
Η Μισέλ από την Γαλλία, θέλει ένα φορεματάκι κόκκινο.
Ο Μοχάμεντ από το Πακιστάν θέλει καινούρια παπουτσάκια.
Η Σιν από το Πεκίνο, χρειάζεται ένα παλτουδάκι για το χειμώνα.
Ο Μουσταφά από την Αφρική, χρειάζεται καινούρια τετράδια και μολύβια.
Και συνέχιζε να διαβάζει ο Άγιος Βασίλης και ένα ένα δώρο που διάβαζε, πήγαινε κοντά του ένα ξωτικό, έπαιρνε το γράμμα και ανελάμβανε να το φτιάξει.
Έτσι συνέχιζαν ασταμάτητα να δουλεύουν όλοι, με πολύ γρήγορους ρυθμούς και τελικά κατάφερα να ετοιμάσουν και να συσκευάσουν όλα τα δώρα αλλά με μία ολόκληρη μέρα καθυστέρηση.
Ο Άγιος Βασίλης εκείνη τη χρονιά, ήταν πολύ ανήσυχος. Πίστευε ότι δε θα προλάβαινε, με κανένα τρόπο να μοιράσει τα δώρα σε όλου του κόσμου τα παιδιά στην ώρα του.
Μόλις τα ξωτικά τελείωσαν τη δουλειά τους και φόρτωσαν το σάκο του, ο Άγιος Βασίλης τον πήρε και τρέχοντας ανέβηκε στο έλκηθρό του. Είχε όμως μια μεγάλη ατυχία. Μια κλωστούλα από τον σάκο πιάστηκε στην πόρτα του εργαστηρίου. Και όσο απομακρυνόταν ο Άγιος Βασίλης, τόσο τραβιόταν και η κλωστούλα.
Μετά από λίγο όπως ήταν φυσικό, ο σάκος είχε τρυπήσει και τα δώρα των παιδιών τα έπαιρνε ο αέρας. Αλλά ο Άγιος Βασίλης δεν είχε καταλάβει τίποτα, γιατί το σάκο τον κρατούσε στην πλάτη του και δεν τον έβλεπε καθόλου.
Μέχρι που έφτασε στο πρώτο σπίτι μα πριν κατέβει από την καμινάδα έβαλε το χέρι του μέσα στο σάκο για να βγάλει το δώρο του Τζιμ και τότε είδε ότι ο σάκος του ήταν τελείως άδειος. Είχε χάσει όλα τα δώρα.
- Πωω! Πωω! Καταστροφήήή!!! Τι έπαθα; Που πήγαν όλα τα δώρα; Τι θα κάνω τώρα; Τι θα πω σε τόσα εκατομμύρια παιδιά; Άσε που αν γυρί-σω στο Βόρειο Πόλο, στη Λαπωνία, χωρίς να έχω μοιράσει κανένα δώ-ρο, όλα τα ξωτικά θα με κοροϊδεύουν. Πω! Πω! Τι έπαθα ο δύστυχος!!! Φώναζε και ξανά φώναζε, ο καημένος ο Άγιος Βασίλης, χωρίς όμως να μπορεί να βρει καμία λύση.
Αφού όμως δεν είχε δώρα, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ανέβηκε σαν αστραπή στο έλκηθρο του και πετώντας πολύ γρήγορα, επέστρεψε στο Βόρειο Πόλο, έχοντας όμως το κεφάλι του κατεβασμένο, γιατί ντρε-πόταν.
Όταν τον ρώτησαν τα ξωτικά τι συμβαίνει, τους εξήγησε, αλλά σηκώ-νοντας τα μάτια του, είδε το ημερολόγιο, που τώρα έγραφε την πραγματική ημερομηνία. Την είχαν διορθώσει τα ξωτικά και το ημερολόγιο έγραφε 17 Δεκεμβρίου. Ο Άγιος Βασίλης κατάλαβε αμέσως πως τα ξωτι-κά του παίζοντας με το ημερολόγιο, είχαν δημιουργήσει όλη την ανα-στάτωση. Χωρίς να τα μαλώσει, τους είπε.
- Αη Βασίλης: Όπως καταλαβαίνετε το πρόβλημα αυτό το δημιουργήσατε εσείς. Τώρα θα πρέπει να ξανά πέσετε με τα μούτρα στη δουλειά, για να φτιάξετε καινούρια δώρα για όλα τα παιδιά. Εγώ επειδή είμαι πολύ κουρασμένος, θα ξαπλώσω να κοιμηθώ και πολύ νωρίς το πρωί θα σηκωθώ για να ξεκινήσω πάλι το ταξίδι μου. Θέλω να έχετε προλά-βει να φτιάξετε πάλι όλα τα δώρα από την αρχή, να τα έχετε βάλει στο σάκο μου και να τα έχετε φορτώσει στο έλκηθρο.
Τα ξωτικά, φανερά ευχαριστημένα που δεν τα είχε μαλώσει ο Άγιος Βασίλης, δούλεψαν πολύ σκληρά όλη τη νύχτα και τελικά κατάφεραν να ετοιμάσουν από την αρχή όλα τα παιχνίδια. Νωρίς το πρωί που ξύπνησε ο Αη Βασίλης, τα πάντα ήταν έτοιμα και φορτωμένα στο έλκηθρο του.
Ο Άγιος Βασίλης ξεκίνησε το ταξίδι του και πάλι αλλά αυτή τη φορά όλα ήταν όμορφα και στην ώρα τους. Κι όλου του κόσμου τα παιδιά για άλλη μία χρονιά πήραν τα δώρα που είχαν ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη και πέρασαν υπέροχα και αυτά τα Χριστούγεννα.




τέλος
0