ΜΗΛΟ ΞΥΛΟ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ



Μια φορά κι έναν καιρό, παραμύθια ένα σωρό
ξύλο πήγε σε χορό και φορούσε άσπρο φουρό!
Μίλαγε ελληνικά, ήξερε όμως κι αγγλικά
κι αν χρειαζόταν τελικά, μίλαγε κι ιταλικά.

Αχ! Το ξύλο προσπαθούσε, να βρει φίλο αν μπορούσε
μα όλη νύχτα που γυρνούσε, μάλλον μάταια ξενυχτούσε.
Κι έτσι απόφαση μεγάλη, έφυγε πριν έρθει η ζάλη
στο μυαλό του, είχε βάλει, του χορού αυτού τα κάλη!

Βγήκε έξω απ’ το χορό κι είπε μόνος μου μπορώ
όλη νύχτα έχω καιρό και φοράω και φουρό!
Είμαι όμορφο πολύ κι η βραδιά είναι καλή
εάν ήμουνα βιολί, φίλοι θα ‘τανε πολλοί!

Έξω βρήκε έναν μηλώνα, δίπλα σ’ έναν αμπελώνα
ξάφνου είδε μια χελώνα, που ‘χε για ουρά βελόνα.
Δίπλα της ένα κουνέλι, που στην πλάτη είχε βέλη
τοξοβόλος να ‘ναι θέλει, μα το ξύλο δεν το μέλει!

Βλέπει μπρος του μια ελιά, δίπλα μια πορτοκαλιά
μες τα μάτια τα μαλλιά, κουτουλάει σε μια μηλιά.
Ήτανε βαθύ σκοτάδι, πολύ μαύρο το ρημάδι
το ωραίο κείνο βράδυ, δίπλα σε βαθύ πηγάδι!

Κι αν απ’ τη μηλιά θα πέσει, μήλο κάτω μες τη μέση
και το ξύλο θα βαρέσει, το κεφάλι θα πονέσει!
Ναι! Το ξύλο κουτουλάει κι η μηλιά πιο πέρα πάει
το κεφάλι πως πονάει, σ’ ένα ξύλο που γυρνάει!

Αχ! Βρε μήλο, είμαι ξύλο, δε με θες εμέ για φίλο;
Πως θα γίνει ένα μήλο, να ‘χει φίλο ένα ξύλο;
Μήλο πάνω μου θ’ ανέβεις κι αν φοβάσαι θα κατέβεις
Πρόσεχε όμως να μαντεύεις, καβαλάρης ποιες μαγεύεις!

Ξύλο μήλο προχωράνε και ταξίδι μαζί πάνε
πίσω τους παλιά ξεχνάνε και τον κόσμο θα γυρνάνε
μα στο δρόμο εδιψάσαν κι έπειτα πολύ πεινάσαν.
Σ’ ένα δάσος μόλις φτάσαν, έκατσαν και ξαποστάσαν!

Πρώτο εσηκώθη ξύλο, που δεν είχε άλλο φίλο!
Και εσκέφθη πως στο Νείλο, μπορεί να βρει κάποιο γύλο.
Δεν επρόλαβε να φύγει κι απ’ το άγχος να ξεφύγει
το ‘πιασαν μεγάλα ρίγη, νόμιζε η ζωή ‘ταν λίγη!

Μα το μήλο πάει κοντά του, για να γίνει η σκιά του
να του πει τ’ ανέκδοτά του, μήπως πίσω έρθει η χαρά του.
Και το ξύλο ξεκινάει, το ταξίδι να γλεντάει
μόνο του πια δε γυρνάει, με το φίλο βόλτες πάει!

Ταξιδεύουν, ταξιδεύουν και τα όνειρα παιδεύουν
για το Νείλο όπως οδεύουν, δρόμο άσχημα μπερδεύουν.
και το ξύλο απ’ το μαλλί, να τραβάει το μηλί
μία σκέψη όμως καλή, τους πηγαίνει στο Μπαλί!
Εδώ μόνο νησί είναι κι άμα θέλεις εσύ μείνε
τα όνειρά σου όμως σβήνε, ένα μήλο ξανά γίνε.
Εγώ θα ‘μαι ταξιδιώτης, των ονείρων μου ιππότης
των ελπίδων θα ‘μαι δότης και των σχέδιων στρατιώτης!

Μήλο, ξύλο ταξιδιώτες, των ονείρων τους ιππότες
μα στο δρόμο σαν προδότες, εκιοτέψανε οι κότες.
Πίσω πάνε να γυρίσουν, τη ζωή δε θα τη ζήσουν
και τους δρόμους θα χωρίσουν, πριν το όνειρο μυρίσουν!

Τελικά δεν κάνει ξύλο, φίλο να’ χει ένα μήλο
μήλο, φίλο μόνο μήλο, μπορεί να’ χει κι όχι ξύλο.
Και το ξύλο αν θελήσει, ένα φίλο να γνωρίσει
ξύλο θα ‘ναι η μόνη λύση, κάπου να το συναντήσει!

Κι έτσι κλείνει η ιστορία, που δεν είχε όμως θηρία
κι αν σας έμεινε απορία, τσάμπα όλη η φασαρία.
Ξύλο που δε θα ‘χει φίλο, κόκκινο γλυκό ένα μήλο
δε θα βρεί ποτέ το γύλο, που ‘θελε να βρει στο Νείλο!

Όμως πέρασαν καλά, κάναν όνειρα τρελά
σχέδια πάρα πολλά, βάλαν όμως και μυαλά.
Και το ξύλο ξεκινάει, σ’ άλλο ξύλο για να πάει
Και το μήλο δεν πονάει, πια με μήλο θα γυρνάει.-


ΧΑΡΗΜΑ
18/04/2013
0